Πώς λειτουργεί φυσιολογικά ο σκελετός μας;

Ο ανθρώπινος σκελετός αποτελείται από τα οστά, και είναι το βαρύτερο όργανο του σώματος. Οι ρόλοι του είναι πολλαπλοί. Περιλαμβάνουν τη στήριξη του σώματος στην όρθια στάση, την προστασία των ευαίσθητων εσωτερικών οργάνων, όπως είναι η καρδιά και οι πνεύμονες, την έκκριση πολλαπλών ορμονών, και την παραγωγή των αιμοποιητικών κυττάρων και του αίματος. Ο σκελετός αποτελείται κυρίως από άλατα του ασβεστίου και του φωσφόρου. Όλα μαζί σχηματίζουν τον υδροξυαπατίτη, που είναι το βασικό συστατικό των οστών. Εκτός, όμως, από τα άλατα, περιέχει και ένα μεγάλο αριθμό κυττάρων. Από αυτά τα κύτταρα, κάποια έχουν την ικανότητα έκκρισης σημαντικών ορμονών. Αυτά χαρακτηρίζονται ως ενδοκρινικά κύτταρα και ανήκουν σε δύο κύριες κατηγορίες:  τα κύτταρα που χτίζουν το σκελετό και ονομάζονται οστεοβλάστες, και αυτά που καταστρέφουν το σκελετό και λέγονται οστεοκλάστες. Αυτά τα κύτταρα συνυπάρχουν σε κάθε οστό και συνεργάζονται στενά, με στόχο να συντηρήσουν το σκελετό μας.  Η ισορροπία μεταξύ των δύο αυτών ταυτόχρονων δράσεων, δηλαδή της σύνθεσης και της καταστροφής, ρυθμίζει τη δομή των οστών. Παράλληλα, δίνει τη δυνατότητα στα οστά να ανταποκρίνονται στις διαρκώς μεταβαλλόμενες απαιτήσεις του σώματος, χωρίς να κινδυνεύσουν να σπάσουν.

1Σε περιόδους ανάπτυξης, όπως είναι η παιδική ηλικία, η σύνθεση των οστών από τους οστεοβλάστες ξεπερνά κατά πολύ την καταστροφή από τους οστεοκλάστες. Αυτή η επικράτηση της συνθετικής λειτουργίας οδηγεί σε αύξηση των οστών κατά μήκος και πλάτος, αλλά και σε ενίσχυση της πυκνότητάς τους. Μετά το 16ο έτος της ηλικίας για τις γυναίκες, και το 21ο έτος για τους άνδρες, οι ορμόνες που εκκρίνονται στα οστά δεν επιτρέπουν την αύξηση τους σε μήκος, και γι’ αυτό δεν ψηλώνουμε άλλο, αν και η σύνθεση συνεχίζει να υπερτερεί της καταστροφής. Από αυτή την ηλικία και μέχρι και τα 30-35 έτη, συνεχίζεται το χτίσιμο του σκελετού, με στόχο την αύξηση της οστικής πυκνότητας. Έτσι, καταλήγουμε στη μέγιστη οστική μάζα (peak bone mass) περίπου στα 35 έτη. Αυτή εξαρτάται κυρίως από την κληρονομικότητα, τη λειτουργία του θυρεοειδούς και άλλων ενδοκρινών αδένων, την ποσότητα της ορμόνης “βιταμίνη D”, καθώς και την πρόσληψη ασβεστίου με τη διατροφή.

Όταν φτάσουμε τη μέγιστη οστική μάζα, επέρχεται μια ισορροπία στο μεταβολισμό των οστών. Τότε τα παραπάνω κύτταρα δε σταματούν να εργάζονται, όπως θα περιμέναμε, αλλά διατηρούν τη λειτουργία τους σε μια σχετική ισορροπία. Τα κόκκαλα συνεχίζουν να αναδιαμορφώνονται, αλλά δεν υπάρχει αλλαγή της συνολικής οστικής μάζας. Αυτή η κατάσταση ηρεμίας κρατά μέχρι την εμμηνόπαυση για τις γυναίκες, οπότε η απώλεια των οιστρογόνων ελαττώνει σημαντικά τη συνθετική λειτουργία των οστεοβλαστών. Και για τα δύο φύλα η ισορροπία μπορεί να διαταραχθεί ανά πάσα στιγμή, αν παρουσιαστεί κάποια ασθένεια που οδηγεί στην επικράτηση της δράσης των οστεοκλαστών (καταστροφή) σε σχέση με τη δράση των οστεοβλαστών (σύνθεση). Τότε αρχίζει μια σταδιακή ελάττωση της οστικής πυκνότητας που μπορεί να οδηγήσει στην οστεοπόρωση.

Τί είναι η οστεοπόρωση;

2Όταν ο μεταβολισμός του σκελετού απορυθμιστεί, τα οστά μας χάνουν μέρος των εσωτερικών τους αλάτων και διαταράσεται η αρχιτεκτονική τους. Το (φυσιολογικά) πυκνό πλέγμα από οστικές δοκίδες (που είναι οι στηρικτικές κολώνες των οστών) αραιώνει, με συνέπεια τα οστά να χάνουν την ικανότητά τους να στηρίζουν επαρκώς το σώμα. Τότε υπάρχει ο κίνδυνος να προκληθούν κατάγματα (σπάσιμο ή ράγισμα των οστών) μετά από μικροτραυματισμούς, που υπό φυσιολογικές συνθήκες θα ήταν χωρίς συνέπειες. Ανάλογα με το πόσο διαταραγμένος είναι ο μεταβολισμός των οστών, και πόσο αδύναμο το πλέγμα από δοκίδες μέσα σε αυτά, τόσο πιο πιθανή είναι η εκδήλωση καταγμάτων. Τα κατάγματα που προκαλούνται από ήπιους τραυματισμούς ονομάζονται οστεοπόρωτικά και είναι δηλωτικά της κακής κατάστασης των οστών γενικότερα. Όταν ένας άνθρωπος εμφανίσει οστεοπορωτικά κτατάγματα, λέμε ότι πάσχει από οστεοπόρωση. Τα συνηθέστερα οστεοπορωτικά κατάγματα είναι αυτά του ισχίου και των σπονδύλων. Μάλιστα, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (Π.Ο.Υ.) η εκδήλωση κατάγματος στο ισχίο θεωρείται ειδικό διαγνωστικό εύρημα της οστεοπόρωσης, ανεξάρτητα από τις συνθήκες κατά τις οποίες εμφανίζεται (πχ πτώση ή τραυματισμός).

Υπάρχει οστεοπόρωση χωρίς κατάγματα;

Αν περιμέναμε να διαγνώσουμε την οστεοπόρωση μόνο μετά από τα κατάγματα, θα υπήρχε σοβαρό πρόβλημα στην αντιμετώπιση της νόσου, μιας και οι ασθενείς που εμφανίζουν κατάγματα έχουν υψηλή νοσηρότητα (επιπλοκές) και θνησιμότητα (κίνδυνος θανάτου). Ιδίως για το κάταγμα του ισχίου, έχει βρεθεί ότι στους ηλικιωμένους σχετίζεται με πολύ υψηλό κίνδυνο θανάτου, που φτάνει το 30% εντός ενός έτους. Η δε τιμή αυτή, είναι πολύ υψηλότερη από την αντίστοιχη για τα εμφράγματα, τον καρκίνο του μαστού ή τον καρκίνο του προστάτη!!! Συνεπώς χρειάζεται να ασκήσουμε εντατική πρληπτική ιατρική στο γενικό πληθυσμό, ώστε να προλάβουμε τα κατάγματα και να βελτιώσουμε το προσδόκιμο επιβίωσης του πληθυσμού μας.

Πώς διαγιγνώσκουμε την οστεοπόρωση;

3Με σκοπό να αξιολογήσουμε καλύτερα την υγεία του σκελετού και να υπολογίσουμε ακριβέστερα τον κίνδυνο καταγμάτων, αναπτύχθηκε η τεχνική DEXA. Με αυτήν, πραγματοποιούμε μια ακτινογραφία χαμηλής ακτινοβολίας, για να μετρήσουμε την οστική πυκνότητα σε διάφορα μέρη του σώματος. Η μέτρηση αυτή υπολογίζει την πυκνότητα των αλάτων των οστών, και αποτελεί έναν αρκετά αξιόπιστο, αν και έμμεσο δείκτη του κινδύνου οστεοπορωτικών καταγμάτων. Οι κυριότερες μετρήσεις πραγματοποιούνται στο ισχίο, τη σπονδυλική στήλη, και ένα οστό του αντιβραχίου, που ονομάζεται κερκίδα. Οι τιμές που λαμβάνουμε με αυτή τη μέτρηση συγκρίνονται αυτόματα, μέσω ειδικού προγράμματος, με τις μέσες τιμές των ατόμων του ίδιου φύλου και της ίδιας εθνικότητας σε νεαρή ηλικία. Η στατιστική ανάλυση της μέτρησης από την ίδια τη συσκευή, μας παρέχει μια τιμή που ονομάζεται T-score. Αν το T-score είναι μικρότερο του -2.5, θεωρούμε ότι ο ασθενής μας έχει οστεοπόρωση. Σε αυτή την περίπτωση η μέτρηση της οστικής πυκνότητας είναι χειρότερη, από αυτήν που συναντάμε στο χαμηλότερο 0.6% του νεανικού πληθυσμού. Αν το T-score είναι μεταξύ του -1.0 και του -2.4, τότε έχουμε οστεοπενία, μια κατάσταση, δηλαδή, όπου τα οστά μας έχουν σχετικά αυξημένο κίνδυνο καταγμάτων, αλλά όχι τόσο υψηλό ώστε να περιγράψουμε την κατάστασή μας ως οστεοπόρωση.

Ποιες είναι οι αιτίες της οστεοπόρωσης;

Η οστεοπόρωση θεωρείτο για πολλά χρόνια ως μια νόσος της τρίτης ηλικίας, και στη σκέψη πολλών είχε καθιερωθεί ως φυσικό επακόλουθο της γήρανσης. Σήμερα καταλαβάινουμε τη νόσο καλύτερα και γνωρίζουμε ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Οι περισσότερες μελέτες παρουσιάζουν στοιχεία που αποδεικνύουν ότι τουλάχιστον 50% των ασθενών με οστεοπόρωση έχουν συγκεκριμένα ιατρικά προβλήματα που προκαλούν την κακή υγεία του σκελετού. Κάποιες μελέτες μιλκούν και για ποσοστά που αγκίζουν το 90% του συνόλου, και οι τιμές αυτές αυξάνουν σταδιακά. Ακόμα και σε περιπτώσεις κληρονομικής οστεοπόρωσης γνωρίζουμε πλέον ότι κληρονομείται η αιτία της οστεοπόρωσης, και αν αυτή γίνει κατανοητή, μπορεί η νόσος να προληφθεί, όπως και τα κατάγματα, που είναι η συνέπειά της.

Συνήθεις αιτίες οστεοπόρωσης είναι οι ορμονικές διαταραχές, όπως η δυσλειτουργία του θυρεοειδούς, η υπερέκκριση κορτιζόλης, η ανεπάρκεια ωοθηκών ή όρχεων, οι υποφυσιακές διαταραχές, οι ανωμαλίες στη λειτουργία των παραθυρεοειδών αδένων κλπ. Εξίσου συχνά υπάρχει ανεπάρκεια της πρόσληψης ασβεστίου, που οφείλεται είτε στην κακή διατροφή ή σε παθήσεις του γαστρεντερικού συστήματος που προκαλούν δυσαπορρόφηση από το έντερο. Παράλληλα, η ανεπάρκεια της βιταμίνης D τείνει να εξελιχθεί σε μάστιγα της εποχής, μιας και η μεγάλη πλειοψηφία των αθρώπων δεν εκτίθεται στο άμεσο ηλιακό φως τους καλοκαιρινούς μήνες. Ο συνδυασμός ανεπάρκειας βιταμίνης D και ασβεστίου στην κύηση για πολλές γυναίκες αποτελεί σημαντικό παράγοντα κινδύνου οστεοπόρωσης στην εγκυμοσύνη ή το θηλασμό (διαβάστε περισσότερα εδώ). Το κάπνισμα και η κατάχρηση αλκοόλ ενοχοποιούνται επίσης για αυξημένο κίνδυνο οστεοπόρωσης. Το ιστορικό χημειοθεραπείας ή ακτινοθεραπείας για κακοήθη νοσήματα ανεξαρτήτου ηλικίας προκαλεί οστεοπόρωση – τόσο άμεσα, λόγω της δράσης των χημειοθεραπευτικών φαρμάκων, όσο και έμμεσα, καταστέλλοντας τη φυσιολογική αναπαραγωγική λειτουργία (διαβάστε περισσότερα εδώ). Όλες οι ρευματοπάθειες, η χρόνια αποφρκατική πνευμονοπάθεια, και τα φλεγμονώδη νοσήματα του εντέρου ή άλλων οργάνων σχετίζονται με οστεοπόρωση, όπως και οι διαταραχές της λειτουργίας του εντέρου (δυσανεξία στη λακτόζη, κοιλιοκάκη κλπ.).

Πολλά φαρμακευτικά σκευάσματα έχουν ενοχοποιηθεί για τον κίνδυνο πρόκλησης οστεοπόρωσης. Από όλα τα φάρμακα, όμως, αυτό που ξεχωρίζει είναι η κορτιζόνη, γιατί μπορεί να προκαλέσει οστεοπόρωση με έναν απίστευτο αριθμό μηχανισμών που είναι αρνητικοί για τα οστά. Σύμφωνα με τις κατευθηντήριες οδηγίες των διεθνών επιστημονικών οργανισμών, ο κίνδυνος οστεοπόρωσης και καταγμάτων είναι τόσο μεγάλος, ώστε αν κάποιος πάρει κορτιζόνη για 3 ή περισσότερους μήνες σε ένα έτος, χρειάζεται οπωσδήποτε θεραπεία οστεοπόρωσης, ανεξάρτητα της οστικής πυκνότητα ή της ηλικίας.

Τί έλεγχο κάνουμε πριν να ξεκινήσουμε τη θεραπεία της οστεοπόρωσης;

Όπως σε κάθε νόσημα, ο ιατρός μας οφείλει να πάρει ένα αναλυτικό ιστορικό όσον αφορά τους παράγοντες κινδύνου της νόσου, να πραγματοποιήσει μια ενδελεχή, αλλά στοχευμένη φυσική εξέταση, και να μας καθοδηγήσει στον περαιτέρω διαγνωστικό έλεγχο. Το ελάχιστο πρώτο βήμα που απαιτειται, προτού επιλέξουμε τη θεραπεία μας, είναι η μέτρηση της οστικής πυκνότητας σε τουλάχιστον δύο σημεία του σώματος. Σε ειδικές περιπτώσεις χρειάζεται η μέτρηση ακόμα και σε τρία ή περισσότερα σημεία. Για τη διάγνωση της οστεοπόρωσης δεν είναι εγκεκριμένες οι μέθοδοι που μετρούν την οστική πυκνότητα υπερηχογραφικά στον αστράγαλο ή αλλού. Παράλληλα, πραγματοποιούμε έναν αιματολογικό έλεγχο της οστεοπόρωσης, στηριζόμενοι στο ιστορικό και τα ευρήματα της εξέτασής μας. ο έλεγχος αυτός στοχεύει να αναδείξει την υπεύθυνη αιτία. Όπως και σε κάθε άλλη ιατρική πράξη, για να είναι επιτυχής μιας θεραπεία, θα πρέπει ο ιατρός μας να κατανοήσει πλήρως τους μηχανισμούς που οδήγησαν στο πρόβλημα και να τους αντσιμετωπίσει στοχευμένα, γιατί καμία θεραπεία δεν είναι επιτυχής, αν δεν αντιμετωπιστεί πρωτίστως η αιτία του προβλήματος.

Ποια είναι η θεραπεία της οστεοπόρωσης;

Το 1995 κυκλοφόρησε το πρώτο φάρμακο στην κατηγορία των διφωσφονικών αλάτων για τη θεραπεία της οστεοπόρωσης. Μέχρι και σήμερα η έρευνα στο αντικείμενο της οστεοπόρωσης εξελίσσεται και περιλαμβάνει συνεχώς πολλές και εντυπωσιακές εξελίξεις. Σήμερα (το 2016) έχουμε την ευτυχία να διαθέτουμε πολλά και εξαιρετικά φάρμακα, που αν χορηγηθούν σωστά και στοχευμένα, βελτιώνουν την οστική πυκνότητα των ασθενών, και ελαττώνουν σημαντικά τον κίνδυνο καταγμάτων. Με την κατάλληλη θεραπεία της οστεοπόρωσης παρατηρείται σημαντική αύξηση της επιβίωσης των ασθενών. Δηλαδή οι ασθενείς που θα λάβουν αγωγή ζουν περισσότερο από ότι αν δεν πάρουν αγωγή. Ο ορισμός της σωστής θεραπείας περιλαμβάνει τη χρήση φαρμάκων στοχευμένων στον κάθε ασθενή ξεχωριστά, με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, αλλά και τους μηχανισμούς που εμπλέκονται στην ασθένειά του. Η διάρκεια της θεραπείας εξαρτάται από την απόκριση του ασθενούς και μπορεί να φτάσει ασφαλώς μέχρι τα 7 έτη. Σε ειδικές και εξατομικευμένες περιπτώσεις μπορεί να επεκταθεί μέχρι και τα 10 έτη, μόνο, όμως με ειδική παρακολούθηση, ώστε να αποφύγουμε και να προλάβουμε τις επιπλοκές.

Εκτός από τα ειδικά φάρμακα χρειαζόμαστε και ασβέστιο / βιταμίνη D;

4Μαζί με την ειδική φαρμακευτική αγωγή που καθορίζει ο ιατρός μας, είναι απαραίτητη η συνεχής και εντατική χρήση συμπληρωμάτων ασβεστίου και βιταμίνης D3. Αυτές οι ουσίες χορηγούνται δια βίου, προκειμένου να ενισχύσουν το μεταβολισμό των οστών, αλλά στην πλειονότητα των ασθενών δεν επαρκούν από μόνα τους για να αυξήσουν την οστική πυκνότητα. Η χορηγούμενη δόση για το ασβέστιο και τη βιταμίνη D είναι επίσης εξατομικευμένη και στηρίζεται σε ειδικούς δείκτες του μεταβολισμού των οστών, που παρακολουθεί ο ιατρός μας.

Τα φάρμακα της οστεοπόρωσης έχουν ανεπιθύμητες ενέργειες;

Όλα τα φάρμακα έχουν ανεπιθύμητες ενέργειες και μάλιστα κάποιες από αυτές είναι και σοβαρές. Ο ιατρός μας οφείλει να μας ενημερώσει για αυτές, όχι μόνο όσον αφορά το ποιες είναι, αλλά και το πόσο συχνά είναι και πώς αποφεύγονται. Τα ειδικά φάρμακα της οστεοπόρωσης είναι γενικά πολύ ασφαλή και είναι χαρακτηριστικό ότι αυξάνουν την επιβίωση των ασθενών που τα παίρνουν. Μπορούν όμως να έχουν ανεπιθύμητες ενέργειες αν δε ληφθούν σωστά, αν πάρουμε λάθος δόση ή αν τα πάρουμε για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από όσο χρειάζεται. Επίσης πολύ συχνά υπάρχουν ανεπιθύμητες ενέργειες αν πάρουμε τα φάρμακα αυτά χωρίς πρώτα να ρυθμίσουμε το μεταβολισμό των οστών με συμπληρώματα ασβεστίου και βιταμίνης D3 σε κατάλληλες δόσεις.

Το συμπλήρωμα ασβεστίου έχει ενοχοποιηθεί σε κάποιες περιπτώσεις για την εμφάνιση πέτρας στα νεφρά (νεφρολιθίαση). Αυτή η επιπλοκή σχετίζεται με πολλούς παράγοντες, και δεν οφείλεται στο ότι το ασβέστιο ως συμπλήρωμα είναι κακό ή επιβλαβές. Οι ασθενείς που εμφανίζουν πέτρες στα νεφρά με τη λήψη ασβεστίου, φέρουν ειδικές μεταλλάξεις, που δεν είναι δυνατόν να ελεγχθούν από πριν. Οι μεταλλάξεις αυτές, δεν αποτελούν γενικό χαρακτηριστικό όλων των ασθενών που έχουν πέτρα στα νεφρά, αλλά μιας μικρής μειοψηφίας. Σε κάποιες περιπτώσεις η συγχορήγηση με βιταμίνη D3 ελαττώνει την απώλεια του ασβεστίου στα ούρα κει προστατεύει από τις πέτρες. Η οδηγία του Εθνικού Ιδρύματος Οστεοπόρωσης των ΗΠΑ προτείνει τη χορήγηση επαρκών ποσοτήτων ασβεστίου και βιταμίνης D3 σε κάθε ασθενή με οστεοπόρωση, ανεξάρτητα των κινδύνων, γιατί τελικά είναι επωφελής ως θεραπεία.

Η υγεία των οστών αποτελεί ένα σημαντικό κομμάτι της εργασίας στο ιατρείο μας, γιατί γνωρίζουμε επακριβώς τα δυσμενή αποτελέσματα της οστεοπόρωσης και των κατγμάτων που προέρχονται από αυτή στη συνολική υγεία του ατόμου. Γι’ αυτό αναζητούμε επιθετικά τις ανωμαλίες του μεταβολισμού των οστών σε όλες τις ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού, συνδιαμορφώνοντας τις εξελίξεις στον τομέα αυτό σε παγκόσμιο επίπεδο με τις έρευνές μας.

Οι υπηρεσίες μας στο αντικείμενο της οστεοπόρωσης περιλαμβάνουν τα εξής:

  1. Ενημέρωση των ασθενών μας για τις μη φαρμακευτικές θεραπείες της οστεοπόρωσης.
  2. Ενημέρωση στη σημασία της σωματικής άσκησης για τη μείωση του κινδύνου κατάγματος.
  3. Υπολογισμός του προσωπικού απόλυτου κινδύνου κατάγματος, με στόχο την επιλογή μιας εξατομικευμένης θεραπείας.
  4. Την ειδική ανάλυση των μετρήσεων της οστικής πυκνότητας με ειδικές μεθόδους.
  5. Ειδική – άμεση μέτρηση του μεταβολισμού των οστών καθ’ εαυτού.
  6. Επιλογή των πιο σύγχρονων μορφών θεραπείας, με στόχο την επίτευξη του μέγιστου οφέλους για τους ασθενείς μας.
  7. Διάγνωση όλων των δευτερευόντων αιτιών οστεοπόρωσης και άμεση αντιμετώπισή τους.

Η εγγύηση της επιτυχίας μας στηρίζεται στην άριστη εκπαίδευσή μας στα Πανεπιστήμια Northwestern University, Chicago, IL και University of Wisconsin, Madison, WI των ΗΠΑ, με το τελευταίο να αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα μελέτης του μεταβολισμού των οστών παγκοσμίως. Οι θεραπευτικές επιλογές μας βασίζονται πάντα στις νεότερες οδηγίες των εξειδικευμένων διεθνών οργανισμών (The Endocrine Society, American Association of Clinical Endocrinologists, International Society for Clinical Densitometry, American Society for Bone and Minerals Research και National Osteoporosis Foundation) και στοχεύουν στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των ασθενών μας και την επιτυχή αντιμετώπιση της πάθησής τους με τον καλύτερο τρόπο. Η τελική επιλογή θεραπευτικής στρατηγικής ενωματώνει πάντα τις ιδέες και απόψεις του ασθενούς και σέβεται απόλυτα τις προσωπικές του προτιμήσεις.

Για περισσότερες πληροφορίες για θέματα οστεοπόρωσης επικοινωνείστε με το ιατρείο μας εδώ.

Διαβάστε περισσότερα για τις παρεχόμενες υπηρεσίες στον Μεταβολισμό οστών, ασβέστιο και παραθυρεοειδείς αδένες εδώ.

Write a comment:

*

Your email address will not be published.