Πώς εκκρίνεται η ορμόνη ινσουλίνη από το πάγκρεας;

Φυσιολογικά, το πάγκρεας έχει δύο συστατικά: A. την εξωκρινή μοίρα, που βοηθά την πέψη της τροφής, παράγοντας ένζυμα που απελευθερώνονται στο έντερο, και B. την ενδοκρινή μοίρα, που ρυθμίζει το μεταβολισμό, παράγοντας ορμόνες και εκκρίνοντάς τες στο αίμα. Η ενδοκρινής μοίρα αποτελείται από πολλά μικρά οργανίδια που βρίσκονται μέσα στο πάγκρεας και ονομάζονται νησίδια του Langerhans. Εκεί, συνυπάρχουν πολλών ειδών κύτταρα, μεταξύ των οποίων περίοπτη θέση κατέχουν τα β-κύτταρα. Αυτά παράγουν φυσιολογικά την ορμόνη ινσουλίνη, και την αποθηκεύουν για όσο διάστημα χρειαστεί. Όταν ένας άνθρωπος ξεκινήσει να τρώει, τα β κύτταρα διεγείρονται και απελευθερώνουν την αποθηκευμένη ορμόνη ινσουλίνη συνεχώς, μέχρι το τέλος του γεύματος.  Είναι ενδιαφέρον ότι η έκκριση της ορμόνης ινσουλίνης ξεκινά προτού αρχίσουμε να τρώμε, από τη στιγμή που θα μυρίσουμε η δοκιμάσουμε το φαγητό! Η ποσότητα της ινσουλίνης που θα εκκριθεί εξαρτάται από τη λειτουργικότητα των β-κυττάρων, την ευαισθησία στην ινσουλίνη του ήπατος, του λιπώδους ιστού και των μυών, αλλά και την ποσότητα και το είδος του φαγητού που τρώμε. Όταν η ορμόνη ινσουλίνη βγει στην κυκλοφορία του αίματος, θα πάει σε όλα τα κύτταρα του σώματος (εκτός από αυτά του εγκεφάλου), και θα οδηγήσει τη γλυκόζη (σάκχαρο ή ζάχαρη) εντός των κυττάρων, ρίχνοντας τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα.

Σε ανθρώπους που έχουν φυσιολογικό μεταβολισμό, σε κατάσταση νηστείας (νηστικός), η γλυκόζη στο αίμα παραμένει κάτω από τα 100mg/dl. Αντίστοιχα, μετά το φαγητό, η συγκέντρωσή της δεν ξεπερνά τα 140mg/dl. Όταν ο μεταβολισμός του σακχάρου διαταραχθεί, οι τιμές αυτές αυξάνουν σταδιακά, μέχρι που το σάκχαρο νηστείας ξεπερνά τα 125mg/dl ή το μεταγευματικό σάκχαρο ξεπερνά τα 200mg/dl. Σε αυτή την περίπτωση ο ασθενής πάσχει από Σακχαρώδη Διαβήτη και χρειάζεται άμεσα θεραπεία.

Όταν δεν τρώμε, δεν εκκρίνουμε ινσουλίνη;

Αυτή είναι μια συχνή παρεξήγηση που υπάρχει στο μυαλό ασθενών και κάποιες φορές και των ιατρών.  Η ινσουλίνη παράγεται συνεχώς από τα β-κύτταρα του παγκρέατος και εκκρίνεται ασταμάτητα, με ρυθμούς που μεταβάλλονται, μαζί με τις ανάγκες του σώματός μας. Όταν δεν τρώμε, η έκκριση είναι πολύ μικρότερη, αλλά ποτέ δε σταματά τελείως. Όταν δεν τρώμε, στόχος της ινσουλίνης δεν είναι να βάλει το σάκχαρο μέσα στα κύτταρα, αλλά να εμποδίσει το συκώτι μας να πραγματοποιήσει μια διαδικασία που λέγεται γλυκονεογένεση. Με αυτή τη διαδικασία το συκώτι μας καταναλώνει το λίπος ή/και τις πρωτεΐνες που έχει στις αποθήκες του για να συνθέσει γλυκόζη (σάκχαρο). Αν αυτή η λειτουργία του ήπατος μείνει ανεξέλεγκτη, θα οδηγήσει σε αύξηση της συγκέντρωσης του σακχάρου στο αίμα. Η ινσουλίνη καταστέλλει αυτή τη λειτουργία, όταν δεν τρώμε, παραγόμενη σε μικρές ποσότητες από το πάγκρεας. Συνεπώς, ο ρόλος της ινσουλίνης είναι ουσιώδης, ακόμα και όταν δεν τρώμε. Γι’ αυτό στους ασθενείς που πάσχουν από Σακχαρώδη Διαβήτη (όπου η ινσουλίνη ανεπαρκεί), η συγκέντρωση του σακχάρου ανεβαίνει τη νύχτα που κοιμούνται, χωρίς να χρειαστεί να καταναλώσουν υδατάνθρακες με την τροφή.

Τί είναι ο Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου 1;

Ο Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου 1 είναι ένα αυτοάνοσο νόσημα του παγκρέατος, που καταστρέφει τα κύτταρα που παράγουν ινσουλίνη (β-κύτταρα), καθώς και αυτά που παράγουν άλλες ορμόνες (α-κύτταρα ή/και δ-κύτταρα). Αυτό έχει ως συνέπεια να υπάρχει μια σταδιακή, αλλά ταχεία ελάττωση της ικανότητας του παγκρέατος να παράγει ινσουλίνη, με συνέπεια να αυξάνονται σημαντικά τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα. Η αύξηση του σακχάρου είναι δραματική, και συνεχίζεται, ακόμα και όταν δεν τρώμε, γιατί το ήπαρ (συκώτι) συνεχίζει να παράγει σάκχαρα, λόγω της έλλειψης της ινσουλίνης. Αιτία της νόσου, είναι μια διαταραχή της λειτουργίας του ανοσοποιητικού συστήματος, που έχει ως συνέπεια, το σώμα μας να βλέπει τα ενδοκρινή κύτταρα του παγκρέατος ως εχθρούς. Στη συνέχεια, παράγει ειδικά αντισώματα, για να τα εξολοθρεύσει. Τα αντισώματα αυτά ονομάζονται αυτοαντισώματα, γιατί αντί να σκοτώνουν κάποιον εξωτερικό εχθρό, εξολοθρεύουν ένα μέρος του σώματός μας. Με αυτή τη διαδικασία, το ανοσοποιητικό σύστημα οδηγεί σταδιακά στην πλήρη καταστροφή των β-κυττάρων. Αυτό οδηγεί σε ολοκληρωτική εξάλειψη της ινσουλίνης.

Ποια είναι τα συμπτώματα του Σακχαρώδους Διαβήτη τύπου 1;

Ο Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου 1 χαρακτηρίζεται από εκσεσημασμένες αυξήσεις στη συγκέντρωση της γλυκόζης στο αίμα. Ενώ οι φυσιολογικές τιμές νηστείας είναι μέχρι 99mg/dl, στους νεοδιαγνωσθέντες ασθενείς με αυτή τη νόσο φτάνουμε συχνά τα 300-400mg/dl, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις ξεπερνούν και τα 500mg/dl. Ο νεφρός φυσιολογικά κατακρατεί, τα σάκχαρα και δεν τα αφήνει να βγουν στα ούρα. Όμως, στον αρρύθμιστο Σακχαρώδη Διαβήτη, η μεγάλη ποσότητα σακχάρου στο αίμα, υπερνικά την ικανότητα του νεφρού να κατακρατεί τα σάκχαρα, και οδηγεί σε σημαντική απώλεια γλυκόζης στα ούρα, με αποτέλεσμα την ούρηση μεγάλων ποσοτήτων ούρων. Αυτό ονομάζεται επιστημονικά «πολυουρία». Η απώλεια υγρών με τα ούρα είναι μεγάλη και αφυδατώνει τον ασθενή. Αυτό προκαλεί ένα συνεχές, έντονο αίσθημα δίψας που ονομάζεται επιστημονικά «πολυδιψία». Οι ταυτόχρονες απώλειες υγρών και ζάχαρης με τα ούρα οδηγούν τους ασθενείς σε ακούσια απώλεια βάρους, ανεξάρτητα από τη διατροφή τους. Όταν η κατάσταση αυτή φτάσει σε οριακό σημείο, είτε λόγω της σοβαρής έλλειψης ινσουλίνης, είτε λόγω κάποιας ασθένειας που αυξάνει τις απαιτήσεις σε ινσουλίνη (αντίσταση στην ινσουλίνη, πχ. Λοίμωξη, καρδιαγγειακό επεισόδιο κλπ.), τότε ο οργανισμός αρχίζει να καταναλώνει λίπος για να παράξει ενέργεια. Η κατανάλωση του λίπους οδηγεί σε απελευθέρωση ειδικών προϊόντων του μεταβολισμού, που ονομάζονται κετόνες.  Η αύξηση της συγκέντρωσης των κετονών στο αίμα ελαττώνει το pH του αίματος και προκαλεί μια σοβαρή μεταβολική ανωμαλία που ονομάζεται κετοξέωση. Σε αυτή την κατάσταση οι ασθενείς εμφανίζουν ενοχλήσεις από το γαστρεντερικό σύστημα, όπως πολλαπλούς εμέτους. Συχνά, η διαβητική κετοξέωση είναι το πρώτο σημείο της νόσου, και η αφορμή για να τεθεί η διάγνωσή της. Η επιπλοκή αυτή του Σακχαρώδους Διαβήτη είναι πολύ σοβαρή και απαιτεί πάντα νοσοκομειακή νοσηλεία για ενυδάτωση και ενδοφλέβια έγχυση ινσουλίνης, μέχρι να διορθωθούν οι μεταβολικές ανωμαλίες, και να ρυθμιστεί και η αιτία της κετοξέωσης (πχ. Αντιβίωση στην περίπτωση λοίμωξης).

Πώς διαγιγνώσκεται ο Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου 1;

Όπως αναφέραμε και παραπάνω, συχνά η διάγνωση του Σακχαρώδους Διαβήτη τύπου 1 γίνεται μετά από μια επιπλοκή που ονομάζεται διαβητική κετοξέωση, όπου ένας ασθενής εμφανίζει πολύ έντονα συμπτώματα, λόγω της σοβαρής υπεργλυκαιμίας, της αφυδάτωσης και της οξέωσης. Φυσικά, ο ιατρός μας οφείλει να διερευνήσει αν ο ασθενής μας έχει Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 1, καθώς η κετοξέωση μπορεί να παρατηρηθεί και σε άλλες περιπτώσεις Σακχαρώδους Διαβήτη (διαβάστε περισσότερα εδώ). Για να επιβεβαιώσουμε τη διάγνωση του Σακχαρώδους Διαβήτη τύπου 1, απαιτείται μέτρηση στο αίμα ορισμένων ειδικών αυτό-αντισωμάτων, τα οποία είναι παθογνωμονικά για τη νόσο. Δυστυχώς, αυτές οι εξετάσεις δεν καλύπτονται από τα ασφαλιστικά ταμεία στην πατρίδα μας, αλλά ευτυχώς μπορούν να πραγματοποιηθούν στα περισσότερα διαγνωστικά ιατρεία. Σε αρκετές μελέτες, η μέτρηση των αυτοαντισωμάτων προληπτικά έχει συσχετισθεί με τον κίνδυνο εκδήλωσης Σακχαρώδους Διαβήτη τύπου 1, αν και η αναγνώριση του πληθυσμού που κινδυνεύει από τη νόσο, είναι εξαιρετικά δύσκολη διαδικασία.

Τί είναι η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη (HbA1c);

Η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη είναι μια ειδική εξέταση αίματος, που μετρά το ποσοστό της αιμοσφαιρίνης του αίματος, στην οποία έχει προσκολληθεί γλυκόζη (το σάκχαρο). Αυτή η μέτρηση, μας δείχνει σε τί βαθμό υπήρχε αυξημένο σάκχαρο στο αίμα, τους τελευταίους 3 μήνες. Φυσιολογικά, το ποσοστό της αιμοσφαιρίνης που έχει γλυκοζυλιωθεί, είναι μικρότερο του 5.6%. Όταν υπάρχει προδιάθεση για σάκχαρο (προδιαβήτης), η τιμή αυξάνει μεταξύ των τιμών 5.7-6.4%. Όταν ένας ασθενής εμφανίζει Σακχαρώδη Διαβήτη οποιασδήποτε μορφής, η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη συνήθως ξεπερνά το 6.4%. Η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη αποτελεί έγκυρη εξέταση για τη διάγνωση του Σακχαρώδους Διαβήτη σε πολλές χώρες, και η χρήση της ενδείκνυται για αυτό το σκοπό παγκοσμίως. Δυστυχώς, η μέτρησή της δεν είναι πάντα αξιόπιστη στην πατρίδα μας, λόγω έλλειψης στάνταρ μέτρησης. Η μέτρησή της επηρεάζεται σημαντικά από διάφορες ασθένειες από τις οποίες μπορεί κάποιος να πάσχει: η μεσογειακή αναιμία, η δρεπανοκυτταρική αναιμία, η ανεπάρκεια της βιταμίνης Β12, η ανεπάρκεια του σιδήρου, η νεφρική νόσος και άλλες ασθένειες. Αν κάποιος φέρει παθολογική μέτρηση σακχάρου νηστείας, ή παθολογική μέτρηση σακχάρου κατά την δοκιμασία ανοχής της γλυκόζης (καμπύλη), αλλά έχει φυσιολογική γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη, λαμβάνουμε υπόψιν περισσότερο τις μετρήσεις του σακχάρου, παρά αυτήν.

Η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη χρησιμοποιείται τακτικά και στην πατρίδα μας για την παρακολούθηση του επιπέδου ρύθμισης κάθε μορφής Σακχαρώδους Διαβήτη. Στόχος του θεράποντος ιατρού στο Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 1 είναι η διατήρησή της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης στα χαμηλότερα δυνατά επίπεδα, και αν είναι εφικτό, κάτω του 7%, αν αυτό μπορεί να επιτευχθεί δίχως σημαντική υπογλυκαιμία. Η εξέταση αυτή συστήνεται να πραγματοποιείται κάθε 3 μήνες στους ασθενείς με Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 1.

  

Υπάρχει τρόπος να ιαθεί ο Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου 1;

Πολλοί ασθενείς αναρωτιούνται για αυτό το ζήτημα, και αναζητούν λύσεις σε ένα άλυτο έως τώρα πρόβλημα. Μέχρι τη στιγμή που γράφτηκε αυτό το κείμενο (Οκτώβριος 2017), δεν έχει βρεθεί τρόπος να αναστραφεί η βλάβη του παγκρέατος στους ασθενείς με Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 1. Τα β-κύτταρα του παγκρέατος, που φυσιολογικά παράγουν ινσουλίνη, καταστρέφονται σχεδόν ολοκληρωτικά από τα αυτοαντισώματα, με συνέπεια να μηδενίζεται η ικανότητα του παγκρέατος να παράγει ινσουλίνη. Αυτό καθιστά τους ασθενείς πλήρως εξαρτώμενους από τη χρήση της ινσουλίνης. Η μόνη περίπτωση όπου έχει επιτευχθεί διόρθωση της ινσουλινο-εξάρτησης, είναι όταν γίνεται ταυτόχρονη μεταμόσχευση νεφρών και παγκρέατος, σε ασθενείς με βαριά νεφρική ανεπάρκεια από Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 1. Σημειωτέο είναι, όμως, ότι η μεταμόσχευση του παγκρέατος ή των νησιδίων του από μόνα τους, δεν ρυθμίζει το πρόβλημα, αν δε συνοδεύεται από μεταμόσχευση νεφρού.

Προλαμβάνεται ο Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου 1;

Παρότι όλοι ευχόμαστε να βρεθεί ένας τρόπος να προληφθεί η σοβαρή αυτή νόσος, κάτι τέτοιο δεν έχει επιτευχθεί μέχρι σήμερα, παρά τις εντατικές προσπάθειες των επιστημόνων σε όλο τον πλανήτη. Μάλιστα, βρισκόμαστε ακόμα σε τόσο πρώιμο στάδιο στην έρευνά μας, όπου δεν έχουμε καταφέρει να κατανοήσουμε σε επαρκές βάθος, ούτε τους μηχανισμούς που οδηγούν στη νόσο αυτή. Συνεπώς, μια στρατηγική πρόληψης είναι αδύνατο να επιτευχθεί μέχρι στιγμής, ιδίως αν λάβουμε υπόψιν ότι και η κληρονομικότητα παίζει πολύ μικρό ρόλο στο Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 1.

Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου 1 φαντάζει τόσο τρομακτική ασθένεια;

Αυτό είναι ένα δίκαιο ερώτημα, μιας και όλοι οι ασθενείς στέκονται με τρόμο και δέος μπροστά σε αυτή την ασθένεια. Για κάθε άνθρωπο, είναι τρομακτικό να δεχτεί ότι για το υπόλοιπο της ζωής του θα χρειάζεται να κάνει ενέσεις ινσουλίνης σε κάθε γεύμα, μικρό ή μεγάλο, ακόμα και όταν τρώει ένα φρούτο. Εξίσου τρομακτικό φαντάζει ότι θα πρέπει να υπολογίζει την ποσότητα των υδατανθράκων σε κάθε γεύμα, προκειμένου να επιλέξει τη σωστή δόση ινσουλίνης. Επίσης, δυσάρεστη είναι η απαίτηση να μετρούμε το σάκχαρό μας πολλές φορές την ημέρα. Φυσικά, δεν είναι ευχάριστο για κανέναν ούτε ότι να πρέπει να κάνει εξετάσεις αίματος κάθε τρίμηνο, ούτε ότι από την πρώτη παιδική ηλικία μπορεί να εκτεθεί σε παράγοντες κινδύνου για αγγειοπάθεια των μικρών ή μεγάλων αγγείων, ούτε ότι ένα παιχνίδι πιο έντονο μπορεί να προκαλέσει σημαντική υπογλυκαιμία, αλλά και τόσα άλλα. Συνεπώς, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ασθένειας, σε συνδυασμό με την δια βίου πορεία της, δικαιολογούν αυτό τον φόβο.

Είναι παιδική ασθένεια ο Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου 1;

Αν και για πολλά χρόνια θεωρούσαμε το Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 1 ως μια παιδική ασθένεια, και το Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 2 ως μια νόσο των ενηλίκων, αυτά τα στερεότυπα έχουν γκρεμιστεί από καιρό, από την ίδια την πραγματικότητα. Πολλά νέα περιστατικά Σακχαρώδους Διαβήτη τύπου 1 διαγιγνώσκονται σε προχωρημένη ηλικία, και μάλιστα ο γράφων έχει εμπειρία από διάγνωση της νόσου σε ασθενή 81 ετών! Αντίστοιχα πολλά νέα περιστατικά Σακχαρώδους Διαβήτη τύπου 2 διαγιγνώσκονται σε παιδιά, και μάλιστα, στο Ετήσιο Συνέδριο της Ευρωπαϊκής Εταιρίας για τη Μελέτη του Διαβήτη (European Association for the Study of Diabetes) του 2016, παρουσιάστηκε ένα περιστατικό διάγνωσης της νόσου σε ένα παιδί 3 μηνών!!! Συνεπώς, ο ιατρός σήμερα, καλείται να παίξει έναν πολύ ιδιαίτερο ρόλο, και να ξεδιαλύνει ένα πολύπλοκο παζλ, ώστε να φτάσει στην ακριβή διάγνωση του τύπου της νόσου, προτού ξεκινήσει τη θεραπευτική του παρέμβαση.

Πώς αντιμετωπίζεται ο Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου 1;

Επειδή το κύριο πρόβλημα στο Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 1 είναι η ανεπαρκής έκκριση της ινσουλίνης, καθίσταται προφανές, ότι το βασικότερο συστατικό της θεραπείας είναι η αναπλήρωση της ορμόνης αυτής. Τέτοιου είδους θεραπείες εφαρμόζονται σε πολλά ενδοκρινολογικά νοσήματα με μεγάλη επιτυχία, όπως: στην έλλειψη της ορμόνης του θυρεοειδούς (Υποθυρεοειδισμός – διαβάστε περισσότερα εδώ), την έλλειψη της ορμόνης κορτιζόλης των επινεφριδίων (Νόσος Addison – διαβάστε περισσότερα εδώ), την ανεπαρκή έκκριση της αυξητικής ορμόνης ή της αντιδιουρητικής ορμόνης από την υπόφυση (Υποφυσιακή ανεπάρκεια – διαβάστε περισσότερα εδώ) κλπ. Στην περίπτωση της ανεπαρκούς έκκρισης της ορμόνης ινσουλίνης, όμως, η ορθή και ασφαλής αναπλήρωση είναι εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση. Αυτό οφείλεται στο ότι οι απαιτήσεις του σώματός μας για ινσουλίνη αλλάζουν αδιάκοπα, με βάση τη φυσική δραστηριότητα, τη διατροφή, τον ύπνο, την έκκριση άλλων ορμονών και χιλιάδων άλλων παραμέτρων.

Για να περιγράψουμε τη σωστή θεραπευτική στρατηγική για το Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 1, πρέπει να εστιάσουμε στα εξής σημεία:

1. Ενημέρωση των ασθενών για τη νόσο τους.

Αυτό το βήμα είναι ιδιαίτερα δύσκολο, γιατί απαιτείται να κατανοήσουν σε βάθος ένα δύσκολο ιατρικό πρόβλημα, άνθρωποι όλων των ηλικιών, όλων των μορφωτικών επιπέδων και όλων των πολιτισμών. Η εκπαίδευση έχει να κάνει με την παθογένεια της νόσου, τη σημασία της έλλειψης της ινσουλίνης, τις επιπλοκές της νόσου, τον τρόπο καταγραφής των μετρήσεων του σακχάρου, τον τρόπο υπολογισμού της δόσης της ινσουλίνης με κάθε γεύμα και πολλές άλλες παραμέτρους.

2. Τακτική καταγραφή των μετρήσεων σακχάρου (blood glucose self-monitoring – SMBG)

Σε αντίθεση με το Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 2, στη μορφή αυτή της νόσου, υπάρχει σοβαρή ανάγκη να γίνεται προσεκτική και τακτική καταγραφή των μετρήσεων σακχάρου από την πρώτη μέρα της διάγνωσης. Η καταγραφή γίνεται πριν και μετά από κάθε γεύμα, κατά την άσκηση, ακόμα και κατά τον ύπνο σε κάποιες περιπτώσεις. Αυτό φυσικά, είναι εξουθενωτικό για τους ασθενείς και τις οικογένειές τους, ιδίως όταν η αρχική διάγνωση τεθεί σε πολύ μικρή ηλικία. Ευτυχώς τα τελευταία χρόνια η τεχνολογία έχει προοδεύσει σημαντικά, και συσκευές συνεχούς καταγραφής των επιπέδων του σακχάρου στο αίμα, είναι διαθέσιμες και στην πατρίδα μας.

3. Αναπλήρωση της ινσουλίνης με τα γεύματα (bolus insulin therapy).

Στον Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 1, σε αντίθεση με το Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 2, η δόση της ινσουλίνης τροποποιείται σε κάθε γεύμα, με την ενεργό συμμετοχή του/της ασθενούς. Αυτό απαιτεί γνώσεις διατροφής που δεν μπορούν να παρασχεθούν μόνο από την αγαστή συνεργασία του ενδοκρινολόγου, με το/τη διατροφολόγο. Κοινός στόχος της ομάδας είναι η εκπαίδευση των ασθενών, ώστε να μπορούν από μόνοι τους, να υπολογίζουν την ποσότητα των περιεχόμενων υδατανθράκων σε κάθε γεύμα. Στη συνέχεια, με βάση έναν αλγόριθμο που σχεδιάζει ο ιατρός, οι ασθενείς επιλέγουν την κατάλληλη δόση ινσουλίνης για κάθε περίπτωση.

4. Αναπλήρωση της βασικής ινσουλίνης (basal insulin therapy).

Όπως αναφέρουμε παραπάνω, το σώμα μας φυσιολογικά παράγει ινσουλίνη ακόμα κι όταν δεν τρώμε. Δυστυχώς αυτή η αυτονόητη λειτουργία, δεν υπάρχει στους ασθενείς με Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 1. Κατά συνέπεια, απαιτείται η λήψη ινσουλίνης σε μορφή που δεν θα επιτρέπει στο ήπαρ (συκώτι) του ασθενούς να ανεβάσει τα επίπεδα του σακχάρου, ακόμα κι αν ο/η ασθενής μας δε φάει τίποτα. Αυτό επιτυγχάνεται με τη χορήγηση μιας μορφής ινσουλίνης – σε ξεχωριστή ένεση – που ονομάζεται βασική. Η βασική ινσουλίνη ΔΕΝ αποσκοπεί στο να ρίξει τη συγκέντρωση του σακχάρου στο αίμα, αλλά μόνον να το διατηρήσει σταθερό, δηλαδή να μην ανέβει. Μπορεί να χορηγηθεί ως υποδόρια ένεση μία φορά την ημέρα, αλλά και με συνεχή έγχυση, με αντλία ινσουλίνης. Όταν η δόση της βασικής ινσουλίνης είναι σωστή, το σάκχαρό μας θα παραμείνει σταθερό αν δεν φάμε τίποτα για αρκετές ώρες.

5. Αντλίες ινσουλίνης.

Φυσιολογικά, το σώμα μας τροποποιεί την ποσότητα της ινσουλίνης που απελευθερώνει στο αίμα, κάθε δευτερόλεπτο. Για να το επιτύχει αυτό, το πάγκρεας συλλαμβάνει τις μετρήσεις από το σάκχαρο του αίματος. Τα σύγχρονα φάρμακα που αναπληρώνουν την ορμόνη ινσουλίνη είναι εξαιρετικά, αλλά κάτι τέτοιο δεν το κατορθώνουν. Αυτό σημαίνει ότι η θεραπεία με ενέσεις ινσουλίνης δεν είναι αρκετά ευέλικτη για να υποκαταστήσει πλήρως τη λειτουργία του παγκρέατός μας. Για να λυθεί αυτό το πρόβλημα, εδώ και αρκετά έτη, ανακαλύφθηκαν οι αντλίες της ινσουλίνης. Αυτές οι συσκευές φοριούνται από τους ασθενείς συνεχώς, και μπορούν με ένα μικρό πλαστικό, ανώδυνο καθετήρα, μικρής διαμέτρου, να χορηγούν ασταμάτητα ινσουλίνη, με προκαθορισμένους ρυθμούς. Παράλληλα, μπορούν να χορηγήσουν τη γευματική δόση της ινσουλίνης, με βάση την ποσότητα των υδατανθράκων που περιέχονται στο γεύμα μας. Οι αντλίες ινσουλίνης άλλαξαν την φυσική πορεία του Σακχαρώδους Διαβήτη τύπου 1, γιατί επέτρεψαν μια εντατική θεραπεία με ινσουλίνη στο σπίτι κάθε ασθενούς, με πλήρη εξατομίκευση της αγωγής.

6. Συνεχής καταγραφή σακχάρου.

Κατ’ αντιστοιχία με τις αντλίες συνεχούς έγχυσης ινσουλίνης, η θεραπευτική μας φαρέτρα ενισχύθηκε σημαντικά με τη χρήση των ειδικών αισθητήρων καταγραφής του σακχάρου. Αυτές οι συσκευές εισάγονται με μικρό, λεπτό καθετήρα κάτω από το δέρμα, και καταγράφουν ασταμάτητα το σάκχαρο. Και μόνον η ανάγνωση των τιμών σακχάρου από τη συσκευή, δίδει πολύτιμες πληροφορίες στη θεραπευτική ομάδα, η οποία διαπιστώνει λάθη και παραλείψεις στη φροντίδα του ασθενούς. Η διόρθωση αυτών των παραμέτρων βοηθά στον τελειότερο έλεγχο του σακχάρου, και ελαττώνει σημαντικά τη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη. Οι αισθητήρες τελευταίας τεχνολογίας μπορούν να επικοινωνούν με τις αντλίες ινσουλίνης δημιουργώντας τα πρώτα αυτόματα κυκλώματα ρύθμισης του σακχάρου. Η χρήση αυτών των συσκευών κατά την κύηση, προκάλεσε ελάττωση των επιπλοκών που αφορούν το μωρό μας.

Υπάρχει αγωγή με χάπια στο Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 1;

Για πολλά χρόνια η ενέσιμη ινσουλίνη ήταν ο μόνος δρόμος για τη θεραπεία του Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 1. Τα τελευταία χρόνια, όμως, έχει καταστεί σαφές, ότι φάρμακα που δεν απαιτούν την παρουσία ινσουλίνης για να ελαττώσουν το σάκχαρο του αίματος, μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν στη θεραπεία της νόσου, πάντα σε συνδυασμό με την ινσουλίνη. Κάποια από αυτά έχουν επιτύχει μάλιστα, να βελτιώσουν σημαντικά τον έλεγχο του σακχάρου, μειώνοντας τη συχνότητα και την ένταση της υπογλυκαιμίας. Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές (2017), πολλές άλλες επιλογές δοκιμάζονται παγκοσμίως, και αναμένονται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον στα χρόνια που θα έρθουν.

Πρόληψη και αντιμετώπιση της υπογλυκαιμίας.

Η υπογλυκαιμία είναι ένας καθημερινός εφιάλτης για τους περισσότερους ασθενείς με Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 1. Η υπογλυκαιμία είναι μια φυσιολογική αντίδραση του σώματος, που εκδηλώνεται όταν το σάκχαρο στο αίμα πέσει κάτω του 70mg/dl. Σε αυτή την περίπτωση, οι περισσότεροι άνθρωποι με σακχαρώδη διαβήτη εμφανίζουν ένα αίσθημα έντονης πείνας, κόπωση, εφίδρωση και νευρικότητα, που όλα μαζί συναποτελούν την υπογλυκαιμία. Ενώ στο φυσιολογικό άνθρωπο, το σώμα παράγει μια ορμόνη που καταπολεμά την ινσουλίνη, και αυξάνει ταχέως το σάκχαρο, αυτό δε συμβαίνει στους ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1. Η ορμόνη αυτή ονομάζεται γλυκαγόνη και δεν παράγεται φυσιολογικά από το πάγκρεας των ασθενών με Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 1.

Όταν ένας ασθενής ξεκινήσει τη θεραπεία με ινσουλίνη για το Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 1, καθίσταται αναπόφευκτο να υπάρξουν επεισόδια υπογλυκαιμίας. Αυτά μπορούν να οφείλονται σε πολλές παραμέτρους, όπως ένα λανθασμένο υπολογισμό της ποσότητας των υδατανθράκων με το γεύμα, μια λανθασμένη δόση ινσουλίνης, τη σωματική άσκηση κλπ. Κατά την υπογλυκαιμία, η ορθή πρακτική περιλαμβάνει σαν πρώτο βήμα τη μέτρηση του σακχάρου με το μετρητή μας. Αν επιβεβαιωθεί η τάση του σακχάρου για πτώση κάτω του επιθυμητού, τότε οι ασθενείς πρέπει να αναπληρώσουν άμεσα το έλλειμμα της γλυκόζης. Αυτό μπορεί να γίνει με φυσικό χυμό (όχι αυτόν που δεν έχει ζάχαρη!), με αναψυκτικά που περιέχουν ζάχαρη, στερεά τροφή ή χάπια γλυκόζης. Προτιμότερη επιλογή είναι η λήψη της ζάχαρης με υγρά, γιατί απορροφάται ταχύτερα. Όταν ο/η ασθενής αναπληρώσει τη ζάχαρη του, πρέπει να περιμένει 15 λεπτά προτού ξαναμετρήσει το σάκχαρο του αίματος, ώστε να δώσει την ευκαιρία στη γλυκόζη να απορροφηθεί. Αν μετά από 15 λεπτά, και πάλι το σάκχαρο δεν φτάσει στην  επιθυμητή τιμή, επαναλαμβάνουμε τη λήψη ζάχαρης με την ίδια μέθοδο όσες φορές χρειαστεί. Σε περιπτώσεις που ένας ασθενής αδυνατεί να λάβει απλούς υδατάνθρακες από το στόμα, μπορεί να χρησιμοποιήσει ενδομυϊκή ένεση γλυκαγόνης, η οποία είναι συνταγογραφούμενη.

Πρόληψη και θεραπεία των επιπλοκών της νόσου.

Επειδή ο Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου 1 είναι μια πολύπλοκη συστηματική ασθένεια, μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα στη λειτουργία όλων σχεδόν των οργάνων του σώματος. Στις μακροχρόνιες επιπλοκές της νόσου συμπεριλαμβάνονται οι εξής: αγγειοπάθεια (εμφράγματα, εγκεφαλικά επεισόδια, περιφερική αγγειακή νόσος, στένωση καρωτίδων κλπ.), χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, οφθαλμοπάθεια (αμφιβληστροειδοπάθεια, τύφλωση), νευροπάθεια (αισθητική και κινητική, αυτόνομη νευροπάθεια κλπ.), μεταβολική νόσος των οστών, αυτοάνοσα νοσήματα των ενδοκρινών αδένων (νόσος Hashimoto, νόσος Addison κλπ), διαταραχές του γαστρεντερικού (γαστροπάθεια, εντεροπάθεια), σεξουαλική δυσλειτουργία (στυτική δυσλειτουργία, υπογοναδισμός, οργασμική δυσλειτουργία). Ο μεγάλος αριθμών των συστημάτων που επηρεάζονται από το Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 1 απαιτεί μια ολιστική αντιμετώπιση της νόσου, με τη χρήση εξειδικευμένων γνώσεων, αλλά και σημαντικών οργανωτικών ικανοτήτων εκ μέρους του ιατρού. Ειδικά για το μεταβολισμό των οστών, που είναι μια παράμετρος που συχνά παραβλέπουμε, έχει διαπιστωθεί ότι ο Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου 1 σχετίζεται με πολύ υψηλή συχνότητα οστεοπόρωσης και αυξημένο κίνδυνο καταγμάτων (Διαβάστε περισσότερα για την οστεοπόρωση, εδώ).

Ο ασθενής με Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 1 θα διαπιστώσει ότι το ιατρείο μας προσφέρει αποτελεσματική αντιμετώπιση της δύσκολης και επίπονης πάθησης του. Αυτό το επιτυγχάνουμε με τη χρήση ενός άκρως επιτυχημένου Αμερικάνικου κλινικού μοντέλου, που περιλαμβάνει τη χρήση σύγχρονων τεχνολογιών, ηλεκτρονικού συστήματος καταγραφής των επιπέδων σακχάρου, συστηματική μελέτη και στατιστική ανάλυση των επιπέδων σακχάρου του ασθενούς, καθημερινή επικοινωνία και τακτικό έλεγχο, τόσο στο ιατρείο μας, όσο και με εργαστηριακές εξετάσεις. Οι επιλογές μας βασίζονται πάντα, στις νεότερες οδηγίες των διεθνών επιστημονικών οργανισμών (American Diabetes Association, The Endocrine Society, American Association of Clinical Endocrinologists) και στόχο έχουν τη βελτίωση της ποιότητας ζωής των ασθενών μας και την επιτυχή αντιμετώπιση της πάθησής τους με τον καλύτερο τρόπο. Η τελική επιλογή θεραπευτικής στρατηγικής ενσωματώνει πάντα τις ιδέες και απόψεις των ασθενών μας και σέβεται απόλυτα τις προσωπικές τους προτιμήσεις.

Για περισσότερες πληροφορίες ή ραντεβού με τον ιατρό, επικοινωνήστε με το ιατρείο μας, εδώ.

Διαβάστε περισσότερα για τις υπηρεσίες που παρέχονται στους ασθενείς μας με όλες τις μορφές Σακχαρώδους Διαβήτη, εδώ.

Write a comment:

You must be logged in to post a comment.