1Τί είναι η υπόφυση;

Η υπόφυση είναι ένας ενδοκρινής αδένας που εντοπίζεται στον εγκέφαλο, πίσω από τα μάτια. Είναι ένα όργανο πολύ μικρό σε μέγεθος, αλλά πολύ σημαντικό για τη ρύθμιση του μεταβολισμού, καθώς και τη λειτουργία των ενδοκρινών αδένων ολόκληρου του ανθρώπινου σώματος. Η υπόφυση αποτελείται από δύο τμήματα, τα οποία λειτουργούν το ένα ανεξάρτητα από το άλλο. Αυτά ονομάζονται αδενοϋπόφυση (πρόσθιο τμήμα) και νευροϋπόφυση (οπίσθιο τμήμα).

 

Ποια είναι η φυσιολογική λειτουργία της υπόφυσης;

Η υπόφυση χωρίζεται ανατομικά και λειτουργικά σε δύο μέρη, την αδενοϋπόφυση και τη νευροϋπόφυση. Η αδενοϋπόφυση καθορίζει το ρυθμό έκκρισης των εξής ορμονών:

1. TSH (thyroid stimulating hormone).

Η ορμόνη αυτή ονομάζεται και θυρεοτρόπος, γιατί έχει την ικανότητα να διεγείρει το θυρεοειδή αδένα, ο οποίος με τη σειρά του παράγει τις θυρεοειδικές ορμόνες Τ4 και Τ3. Όταν ο θυρεοειδής λειτουργεί λιγότερο από το φυσιολογικό, η υπόφυση αυξάνει την παραγωγή της TSH με στόχο να τον ενεργοποιήσει. Αντίθετα, όταν ο θυρεοειδής εργάζεται περισσότερο από το φυσιολογικό, η έκκριση της ορμόνης TSH ελαττώνεται δραματικά, για να μην ερεθίσει περισσότερο τον αδένα. Η μέτρηση της TSH αποτελεί τον πιο ευαίσθητο δείκτη για τη λειτουργία του θυρεοειδούς, αν η υπόφυση λειτουργεί φυσιολογικά. Διαβάστε περισσότερα για τη φυσιολογική λειτουργία και τις ασθένειες του θυρεοειδούς, εδώ.

2. FSH (follicle stimulating hormone).

Η ορμόνη αυτή ονομάζεται και θυλακιοτρόπος, γιατί έχει την ικανότητα να διεγείρει τις ωοθήκες των γυναικών, ώστε να μεγαλώσουν φυσιολογικά τα ωάριά τους και να παράγουν την τυπική γυναικεία ορμόνη, την οιστραδιόλη. Στον άνδρα βοηθά τη λειτουργία του όρχεος, ώστε να ωριμάσουν φυσιολογικά τα σπερματοζωάρια. Όταν οι ωοθήκες ή ο όρχις αδυνατούν να λειτουργήσουν φυσιολογικά, είτε γιατί υπάρχει κάποια ασθένεια που δεν επιτρέπει την ωρίμανση των ωαρίων και των σπερματοζωαρίων ή κατά την εμμηνόπαυση στις γυναίκες, η FSH εκκρίνεται από την υπόφυση σε αυξημένες ποσότητες, προσπαθώντας να “ξυπνήσει” τους όρχεις ή τις ωοθήκες. Η μέτρηση της FSH, όταν βρίσκεται αυξημένη, αποτελεί τον πιο αξιόπιστο δείκτη ανεπάρκειας των όρχεων και των ωοθηκών, καθώς και της εμμηνόπαυσης στις γυναίκες. Αντίθετα, δεν υπάρχουν συχνές ασθένειες των όρχεων ή των ωοθηκών όπου η FSH παράγεται σε ελαττωμένες ποσότητες. Διαβάστε περισσότερα για τη φυσιολογική σεξουαλική και αναπαραγωγική λειτουργία ανδρών και γυναικών, καθώς και τις ασθένειες που σχετίζονται με αυτήν, εδώ.

3. LH (luteinizing hormone).

Η ορμόνη αυτή ονομάζεται και ωχρινοτρόπος, γιατί έχει την ικανότητα να υποβοηθά τη μετατροπή του ωαρίου των γυναικών σε ωχρό σωμάτιο, αν δεν υπάρξει γονιμοποίηση. Η ορμόνη αυτή βοηθά τα κύτταρα που περιβάλλουν το ωάριο της γυναίκας να παράγουν τις κατάλληλες ορμόνες για την ωρίμανση του ωαρίου, ενώ προάγει και την παραγωγή προγεστερόνης στην ωορρηξία και κατά την εμφύτευση του ωαρίου. Στον άνδρα η LH βοηθά την παραγωγή τεστοστερόνης από τον όρχι, γεγονός που προάγει την ωρίμανση των σπερματοζωαρίων, αλλά και τη διατήρηση των τυπικών χαρακτηριστικών του φύλου στον άνδρα (τριχοφυΐα, μυική δύναμη, διάθεση για σεξουαλική επαφή κλπ.). Όταν υπάρχει κάποια ασθένεια που δεν επιτρέπει τη φυσιολογική παραγωγή τεστοστερόνης από τον όρχι, ή την παραγωγή προγεστερόνης από την ωοθήκη, τότε αυξάνεται η συγκέντρωση της LH στο αίμα. Σε σπάνιες περιπτώσεις μπορούν κάποιοι όγκοι των όρχεων ή των ωοθηκών να παράγουν αυτόνομα τις ορμόνες τεστοστερόνη ή προγεστερόνη κλπ., οπότε η υπόφυση ελαττώνει την έκκριση της LH για να μην ερεθίσει περαιτέρω τους αδένες αυτούς. Διαβάστε περισσότερα για τη σεξουαλική και αναπαραγωγική λειτουργία ανδρών και γυναικών, και τις σχετικές ασθένειες, εδώ.

4. ACTH (αδρενοκορτικοτρόπος ορμόνη).

Η ορμόνη αυτή ονομάζεται και φλοιοεπινεφριδιοτρόπος, γιατί ρυθμίζει την παραγωγή ορμονών από το φλοιό των επινεφριδίων. Αν και η δράση της προάγει την έκκριση πολλαπλών ορμονών από τα επινεφρίδια, ο κύριος ρόλος της συνίσταται στη διατήρηση εντός του φυσιολογικού των συγκεντρώσεων της ορμόνης κορτιζόλης, που εκκρίνεται από τα επινεφρίδια. Η ACTH ενεργοποιεί την παραγωγή κορτιζόλης από τα επινεφρίδια, όταν αυτή χρειάζεται, δηλαδή το πρωί (για να ξυπνήσουμε) και το απόγευμα. Η έκκρισης αυτής της ορμόνης είναι απαραίτητη για την ίδια τη ζωή, αφού αν εκλείψει η ACTH ή/και η κορτιζόλη, ο άνθρωπος πεθαίνει ταχέως! Όταν τα επινεφρίδια υπερλειτουργούν και παράγουν μεγαλύτερες ποσότητες κορτιζόλης από το κανονικό, η υπόφυση αντιλαμβάνεται αυτή την ανωμαλία και ελαττώνει την έκκριση της ACTH για να μην ερεθίσει περαιτέρω τους αδένες αυτούς. Αντίθετα, αν η έκκριση της κορτιζόλης από τα επινεφρίδια διακοπεί ή ελαττωθεί για οποιοδήποτε λόγο, η ACTH εκκρίνεται σε μεγάλες ποσότητες, προσπαθώντας να διεγείρει τα επινεφρίδια να εκκρίνουν κορτιζόλη. Διαβάστε περισσότερα για τη φυσιολογική λειτουργία και τις παθήσεις των επινεφριδίων, εδώ.

5. Προλακτίνη.

Η ορμόνη αυτή ονομάζεται και λακτοτρόφος, γιατί ρυθμίζει την παραγωγή γάλακτος από το μαζικό αδένα (μαστός) κατά το θηλασμό. Η έκκριση αυτής της ορμόνης παραμένει σε χαμηλά επίπεδα καθ’ όλη τη ζωή της γυναίκας, και αυξάνεται δραματικά στην κύηση και το θηλασμό, για να βοηθήσει τη γαλουχία. Η ορμόνη αυτή ρυθμίζεται από το ορμονικό σύστημα της ντοπαμίνης και η έκκρισή της υπόκειται σε απευθείας έλεγχο στον υποθάλαμο, μια ειδική ορμονική περιοχή του εγκεφάλου. Η αυξημένη έκκρισή της προκαλεί σημαντικές αλλαγές στη σεξουαλική ικανότητα ανδρών και γυναικών, και γι’ αυτό οι διαταραχές της επηρεάζουν συχνά τη γονιμότητα. Διαβάστε περισσότερα για την υπερέκκριση της προλακτίνης και τα προλακτινώματα της υπόφυσης, εδώ και τις διαταραχές της γονιμότητας, εδώ.

6. Αυξητική ορμόνη.

Η ορμόνη αυτή ονομάζεται και σωματοτρόπος, γιατί με τη δράση της βοηθά στη φυσιολογική ανάπτυξη του ανθρωπίνου σώματος. Η ορμόνη αυτή εκκρίνεται κατά ώσεις, με κύρια ερεθίσματα τον ύπνο και το χαμηλό σάκχαρο. Η ρύθμιση της έκκρισής της υπάγεται απευθείας στον υποθάλαμο, μια ειδική ορμονική περιοχή του εγκεφάλου. Η αύξηση της έκκρισής της προκαλεί μια σπάνια πάθηση που ονομάζεται ακρομεγαλία στους ενήλικες και γιγαντισμός στα παιδιά (διαβάστε περισσότερα εδώ), ενώ η έλλειψή της προκαλεί εικόνα νανισμού στα παιδιά και εικόνα ανεπάρκειας αυξητικής ορμόνης στους ενήλικες (διαβάστε περισσότερα εδώ).

7. MSH (Melanocyte stimulating hormone)

Η ορμόνη αυτή ονομάζεται και μελανινοτρόπος, γιατί ρυθμίζει τη σύνθεση της μελανίνης στα μελανινοκύτταρα του δέρματος. Με αυτή τη λειτουργία καθορίζει τη χροιά του δέρματος. Η πλήρης έλλειψή της ονομάζεται αλμπινισμός και είναι μια σπάνια δερματολογική ασθένεια.

 

Η νευροϋπόφυση καθορίζει την έκκριση της αντιδιουρητικής ορμόνης (ADH). Η ορμόνη αυτή επηρεάζει το μεταβολισμό του νατρίου και του νερού, προάγοντας την επαναρρόφηση του ύδατος από τους νεφρούς. Η παρουσία της είναι απαραίτητη για τη διατήρηση της συγκέντρωσης του νατρίου στα φυσιολογικά επίπεδα. Όταν η ορμόνη αυτή εκκρίνεται σε περίσσεια, τότε ο/η ασθενής πάσχει από το Σύνδρομο υπερέκκρισης της αντιδιουρητικής ορμόνης – SIADH (διαβάστε περισσότερα εδώ), τότε η συγκέντρωση του νατρίου στο αίμα ελαττώνεται σημαντικά, οδηγώντας σε βαριά υπονατριαιμία, μια κατάσταση δυνητικά επικίνδυνη και για την ίδια τη ζωή του/της ασθενούς. Αντίθετα, όταν υπάρχει αδυναμία επαρκούς παραγωγής ADH, τότε εκδηλώνεται μια ασθένεια που ονομάζεται άποιος διαβήτης – DI (διαβάστε περισσότερα εδώ), μια ασθένεια που οδηγεί σε σοβαρή αύξηση της συγκέντρωσης νατρίου στο αίμα.

 

Τι είναι η υποφυσιακή ανεπάρκεια;

Όταν κάποια ασθένεια του κεντρικού νευρικού συστήματος επηρεάζει την ικανότητα της υπόφυσης να εκκρίνει μία ή περισσότερες ορμόνες, με συνέπεια αυτές να ανεπαρκούν, η ασθένεια που προκύπτει ονομάζεται υποφυσιακή ανεπάρκεια. Η υποφυσιακή ανεπάρκεια μπορεί να προσβάλει μία ή περισσότερες ορμονικές λειτουργίες. Κατά περίεργο τρόπο δεν προσβάλλονται όλες οι ορμονικές λειτουργίες με την ίδια συχνότητα. Τα πιο ευπαθή κύτταρα στην υπόφυση είναι αυτά που παράγουν την αυξητική ορμόνη και αυτά που παράγουν τις γοναδοτροπίνες, δηλαδή τις FSH και LH. Κατά συνέπεια, οι περισσότεροι ασθενείς με υποφυσιακή ανεπάρκεια θα εμφανίσουν συμπτώματα από την ελάττωση της αυξητικής ορμόνης (διαβάστε περισσότερα εδώ) και συμπτώματα διαταραχής της σεξουαλικής υγείας (διαβάστε περισσότερα εδώ) και αναπαραγωγικής ικανότητας (διαβάστε περισσότερα εδώ).

Αντίθετα, τα κύτταρα που παράγουν τη θυρεοτρόπο ορμόνη (TSH) και τη φλοιοεπινεφριδιοτρόπο ορμόνη (ACTH) είναι αρκετά ανθεκτικά στις ασθένειες, γιατί η διατήρηση της λειτουργίας τους επηρεάζει και την ίδια την επιβίωση του ατόμου. Η ανεπάρκεια της έκκρισης της TSH προκαλεί κλινικά σημαντικό υποθυρεοειδισμό, με έντονα συμπτώματα (διαβάστε περισσότερα για την κλινική εικόνα του υποθυρεοειδισμού, εδώ). Η ανεπαρκής έκκριση της ACTH οδηγεί σε ανεπαρκή λειτουργία του φλοιού των επινεφριδίων, με σημαντικότερη τη σημαντική ελάττωση της συγκέντρωσης της κορτιζόλης στο αίμα. Αυτό οδηγεί σε επινεφριδιακή ανεπάρκεια και αν μείνει αθεράπευτη μπορεί γρήγορα να αποβεί θανατηφόρος (διαβάστε περισσότερα εδώ).

Η ανεπάρκεια της προλακτίνης, αν και είναι συχνή στην υποφυσιακή ανεπάρκεια, δεν επηρεάζει αρνητικά την υγεία των ασθενών. Η μοναδική της επίπτωση είναι να μειώνει την ικανότητα θηλασμού σε γυναίκες που μόλις γέννησαν.

 

Ποιες είναι οι αιτίες της υποφυσιακής ανεπάρκειας;

Κάθε παράγοντας που μπορεί να επηρεάσει δομικά ή λειτουργικά την υπόφυση ή τον υποθάλαμο του εγκεφάλου, μπορεί να οδηγήσει σε ανεπαρκή έκκριση των υποφυσιακών ορμονών. Από τις πιο συχνές αιτίες υποφυσιακής ανεπάρκειας, λόγω συμπίεσης του αδένα, είναι τα αδενώματα της υπόφυσης. Αυτά είναι όγκοι, συνήθως καλοήθεις, οι οποίοι συμπιέζουν την υπόφυση τραυματίζοντας τα κύτταρά της και οδηγώντας σε ανεπάρκεια μιας ή περισσοτέρων ορμονών. Σε αρκετές περιπτώσεις, τα κύτταρα του όγκου παράγουν ανεξέλεγκτα κάποια ορμόνη σε περίσσεια. Τέτοιες περιπτώσεις είναι το προλακτίνωμα (διαβάστε περισσότερα εδώ), το σωματότροπο αδένωμα (διαβάστε περισσότερα εδώ), το κορτικότροπο αδένωμα (διαβάστε περισσότερα εδώ), το θυρεότροπο αδένωμα (διαβάστε περισσότερα εδώ), το γοναδότροπο αδένωμα, και το λακτότροφο αδένωμα ή προλακτίνωμα (διαβάστε περισσότερα εδώ). Εκτός από τους καλοήθεις όγκους της υπόφυσης, σπανιότερες αιτίες υποφυσιακής ανεπάρκειας είναι ο καρκίνος της υπόφυσης, η αιμοχρωμάτωση, η υποφυσίτιδα (λεμφοκυτταρική, κοκιωματώδης, ξανθωματώδης ή πλασματοκυτταρική),το υποφυσιακό έμφρακτο (σύνδρομο Sheehan), η υποφυσιακή αιμορραγία (αποπληξία), τα αποστήματα, το κενό τουρικό εφίππιο (empty sella syndrome) και οι συγγενείς διαμαρτίες της υπόφυσης. Ιατρογενείς παρεμβάσεις, όπως το χειρουργείο της υπόφυσης ή η ακτινοβόληση της περιοχής, για άλλη ασθένεια, οδηγούν επίσης συχνά σε υποφυσιακή ανεπάρκεια.

 

Πώς διαγιγνώσκεται η υποφυσιακή ανεπάρκεια;

Όταν υπάρχουν συμπτώματα ή ευρήματα που υποδηλώνουν την ανεπαρκή λειτουργία της υπόφυσης, απαιτείται εξειδικευμένος έλεγχος για να τεθεί η διάγνωση της νόσου. Η διάγνωση αυτή στηρίζεται (όπως και για κάθε ενδοκρινολογική διαταραχή) στην απόδειξη της ανεπαρκούς έκκρισης κάποιων ή όλων των ορμονών που φυσιολογικά εκκρίνει η υπόφυση. Αυτό απαιτεί μια ενδελεχή ορμονική διερεύνηση, με εξετάσεις αίματος όλων των ορμονικών συστημάτων που ρυθμίζει η υπόφυση. Η ανεύρεση τουλάχιστον δύο συστημάτων που πάσχουν, αποδεικνύει τη διάγνωση. Στη συνέχεια, είναι απαραίτητη η πραγματοποίηση μαγνητικής τομογραφίας της υπόφυσης, εξέταση που χρειάζεται την έγχυση ενδοφλέβιου σκιαγραφικού. Σε αυτό το σημείο ένα σημαντικό ποσοστό ασθενών θα έχει ήδη ολοκληρωμένη διάγνωση, αν και σε αρκετές περιπτώσεις θα χρειαστούν ακόμα πιο ειδικές εξετάσεις για να εξακριβωθεί η αιτία της νόσου.

 

Πώς αντιμετωπίζεται η υποφυσιακή ανεπάρκεια;

Η διάγνωση ενός ασθενούς με υποφυσιακή ανεπάρκεια είναι εξαιρετικής σημασίας για την ίδια την επιβίωση του ατόμου, και γι’ αυτό όταν υπάρχει έστω και η παραμικρή υπόνοια απαιτείται άμεση δράση για να μη χαθεί καθόλου πολύτιμος χρόνος. Όταν εξακριβωθεί η υποφυσιακή ανεπάρκεια η θεραπεία περιλαμβάνει δύο στάδια – στο πρώτο, η θεραπεία της οξείας φάσης περιλαμβάνει την άμεση αναπλήρωση της κορτιζόλης, που είναι η σημαντικότερη ορμόνη για την επιβίωση του/της ασθενούς. Παράλληλα χορηγείται αντιδιουρητική ορμόνη Στη συνέχεια μπορεί να προστεθεί και η ορμόνη του θυρεοειδούς. Η χρονική σειρά χορήγησης των φαρμάκων παίζει σημαντικό ρόλο και είναι απαραίτητο να είναι η παραπάνω.

Σε δεύτερο χρόνο, και αφού ο/η ασθενής σταθεροποιηθεί, ο ενδοκρινολόγος μας οφείλει να ρυθμίσει τις ανεπάρκειες όλων των ορμονών, εκτός από αυτή της αυξητικής ορμόνης. Όταν όλες οι ορμόνες ρυθμιστούν, θα χρειαστεί μια ειδική συζήτηση / εξέταση / διερεύνηση, για να διαπιστωθεί αν η ανεπάρκεια της αυξητικής ορμόνης είναι ουσιώδους σημασίας στον ενήλικα ασθενή. Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, η χορήγηση αυξητικής ορμόνης δε θα είναι απαραίτητη. Διαβάστε περισσότερα για την ανεπάρκεια της αυξητικής ορμόνης στους ενήλικες, εδώ.

 

 

Στο ιατρείο Ρόδη Δ. Παπαρώδη η αντιμετώπιση οξέων και χρόνιων παθήσεων που οδηγούν σε υποφυσιακή ανεπάρκεια αποτελεί άμεση προτεραιότητα. Οι αρρύθμιστοι ασθενείς με τέτοια διάγνωση εξυπηρετούνται πάντα αυθημερόν. Εγγύηση για την επιτυχία της θεραπευτικής μας παρέμβασης αποτελεί η εξαιρετική μας εκπαίδευση και η ακαδημαϊκή μας θητεία στα μεγαλύτερα πανεπιστήμια των ΗΠΑ, όπως τα University of Chicago, IL, Northwestern University, Chicago, IL και University of Wisconsin, Madison, WI των ΗΠΑ, καθώς και η συνεχιζόμενη ερευνητική συνεργασία μας με αυτά. Παράλληλα, η συμμετοχή μας σε όλες τους διεθνείς επιστημονικούς οργανισμούς που ασχολούνται με το αντικείμενο της υπόφυσης (The Endocrine Society, American Association of Clinical Endocrinologists και The Pituitary Society) και η μακροχρόνια ερευνητική μας δραστηριότητα, που συνεχίζεται μέσω του Patras Institute of Endocrine Research (δείτε περισσότερα εδώ) εξασφαλίζουν τη βέλτιστη προσέγγιση και τη μέγιστη προσοχή, σε ένα τόσο δύσκολο και ευαίσθητο ζήτημα της ενδοκρινολογίας. Η αντιμετώπιση των παθήσεων της υπόφυσης περιλαμβάνει πάντα την ενεργό συμμετοχή των ασθενών, καθώς η κάθε θεραπευτική μας απόφαση λαμβάνει υπόψιν τις προτιμήσεις, επιλογές και αξίες ζωής των ασθενών μας.

 

Διαβάστε περισσότερα για τις υπηρεσίες που παρέχονται στο ιατρείο μας για ασθενείς με νοσήματα της Υπόφυσης και του Υποθαλάμου, εδώ.

 

Write a comment:

You must be logged in to post a comment.